Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Αμερικανικό σαφάρι για γερμανικές μίζες

Τέλος δεν έχουν οι αποκαλύψεις στη Γερμανία για τις μίζες που σκορπούσαν εταιρείες της στην Ευρώπη και σε όλον τον πλανήτη. Αν και η έρευνα των Αμερικανών που ξεδίπλωσαν αυτές τις πηγές είναι ακόμη στην αρχή της, το σαφάρι που έχουν ξεκινήσει οι ΗΠΑ φαίνεται ότι θα φέρει στη δημοσιότητα αρκετά σκάνδαλα, από τα οποία δύσκολα θα ξεφύγει και πάλι η δραστηριότητα γερμανικών εταιρειών στη χώρα μας.

Το μέγεθος της δίωξης καταφαίνεται και από το ποσό που έχουν βάλει οι ίδιες φίρμες «στην άκρη» για ενδεχόμενη πληρωμή προστίμων. Το ποσό προσεγγίζει το 1,5 δισ. δολάρια μόνο για τους δύο πρώτους μήνες του 2010, τη στιγμή που για ολόκληρο το 2009 είχαν επιβληθεί πρόστιμα ύψους 620 εκατ. δολαρίων- το 2006 μάλιστα μόλις 87 εκατομμυρίων.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και πολιτικό. «Οι αμερικανικές επιχειρήσεις ήταν δυσαρεστημένες από το γεγονόςότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν πολεμούσαν με σκληρό τρόπο τη διαφθορά» λέει ο αμερικανός αναλυτής Μάικλ Χέρσμαν. «Γι΄ αυτό και προσέφυγαν στις αμερικανικές αρχές». Προς τον σκοπό αυτόν συγκρότησαν ειδική στρατιά από λομπίστες που παρακολουθούν στενά τις ευρωπαϊκές εταιρείες. Αλλά και η SΕC ανακοίνωσε την αύξηση του προσωπικού της κατά 50% τα επόμενα δύο χρόνια για να μπορέσει έτσι να αντιμετωπίσει το νέο κύμα καταγγελιών. Το «σαφάρι» στρέφεται σε πρώτη γραμμή εναντίον ξένων επιχειρήσεων που είναι εισηγμένες στο αμερικανικό χρηματιστήριο και υπάγονται έτσι ευθέως στην αμερικανική Δικαιοσύνη. Δεν σταματά όμως εκεί. Κάνοντας «δημιουργική ερμηνεία» των ισχυόντων νόμων οι αμερικανικές αρχές διώκουν ακόμη και φίρμες που απασχολούν απλώς κάποιον αμερικανό πολίτη ή έχουν αγοράσει αμερικανικά ομόλογα. «Σε ορισμένες περιπτώσεις αρκούσε η δωροδοκία με δολάρια» λέει ο αμερικανός δικηγόρος Ααρον Μάρκου. «Το ότι ούτε ο δωροδότηςούτε ο δωρολήπτης είχαν σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν έπαιξε ρόλο». Τέτοια σκάνδαλα έχουν και διεθνείς πολιτικές προεκτάσεις, όχι όμως σε ανώτερο επίπεδο. «Απασχολούν μόνο υπηρεσιακούς παράγοντες των υπουργείων Εξωτερικών και Δικαιοσύνης, όχι τους πολιτικούς» τονίζει γερμανός αξιωματούχος.

Οι γερμανικές πολυεθνικές που έγιναν θήραμα της SΕC είναι βέβαια λίγες. Ο αριθμός εκείνων, αντίθετα, που διώκονται στη Γερμανία είναι ασύγκριτα μεγαλύτερος. Τελευταία παραδείγματα: η αυτοκινητοβιομηχανία ΜΑΝ, με έδρα το Μόναχο, η κατασκευαστική εταιρεία Ferrostaal, με έδρα το Εσεν, και η εταιρεία εκτύπωσης χαρτονομισμάτων Giesecke & Devrient, με έδρα επίσης το Μόναχο.

Σύμφωνα με την Εισαγγελία, η ΜΑΝ πλήρωσε τον Δεκέμβριο του 2009 πρόστιμο ύψους 220 εκατ. για να απαλλαχθεί από περαιτέρω δίωξη σε σκάνδαλα διαφθοράς, τα πιο σημαντικά εκ των οποίων ήταν, όπως σημειώνει η εφημερίδα «Ηandelsblatt», στην Ελλάδα και στο Καζακστάν.

Η Γερμανία, σύμφωνα με το Νο 1 της γερμανικής ερευνητικής δημοσιογραφίας Χανς Λαϊεντέκερ, ανήκει από καιρό στις «μπανανίες» σε θέματα διαφθοράς. Μια έκθεση με τον τίτλο «Σκάνδαλα στη Γερμανία από το 1945» που έγινε το 2008 στο Ηaus der Geschichte στη Βόννη αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Κάθε χρόνος και σκάνδαλομε πιο ονομαστό την «υπόθεση Φλικ», με πρωταγωνιστή τον γενικό εντεταλμένο του ομίλου Φλικ Εμπερχαρτ φον Μπράουχιτς. Ο τελευταίος ήταν ο εφευρέτης της «καλλιέργειας του πολιτικού τοπίου» - ήτοι, της δωροδοκίας υπουργών και αξιωματούχων της κυβέρνησης ΧριστιανοδημοκρατώνΕλεύθερων Δημοκρατών τη δεκαετία του ΄80 με στόχο όχι κάποιο άμεσο όφελος αλλά τη στήριξη των δωροληπτών στις στρατηγικές επιλογές του ομίλου.

Oι γερμανοί αναλυτές διακρίνουν ανάμεσα στην «ευκαιριακή» και στη «δομική» διαφθορά. Η πρώτη μπορεί να συμβεί μεμονωμένα παντού, η δεύτερη έχει συστηματικό χαρακτήρα και εκδηλώνεται στους λεγόμενους «μολυσμένους» κλάδους, όπως οι εξοπλισμοί, η αυτοκινητοβιομηχανία ή οι κατασκευές. Το οικονομικό έγκλημα ανήκει εδώ στους άγραφους όρους ενός μειοδοτικού διαγωνισμού. Η στάση αυτή άρχισε να αλλάζει μόλις τα τελευταία τρία χρόνια- ιδίως μετά την αποκάλυψη των «μαύρων ταμείων» της Siemens. Μιμούμενοι τους Αμερικανούς οι Γερμανοί εγκατέστησαν στις φίρμες τους συστήματα αυτοελέγχου και αυτασφάλειας (Compliance). Τα συστήματα αυτά είναι όμως εκ των προτέρων διάτρητα- όχι μόνο επειδή είναι αδύνατη η πλήρης αστυνόμευση ενός πολυεθνικού κολοσσού αλλά και επειδή στηρίζεται σε μια επίμαχη πρακτική: τα μέλη της επιχείρησης καλούνται να γίνουν «whistle blower», ήτοι να «σφυρίζουν» στη διοίκηση τα ονόματα συναδέλφων που τους φαίνονται ύποπτοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου